Skip to content

Παπαλεξοπούλου Καλλιόπη (1809-1899)

22/03/2012

Παπαλεξοπούλου Καλλιόπη (1809-1899)


 

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου

Η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, γεννήθηκε στην Πάτρα στις 26 Ιουλίου του 1809. Ο πατέρας της Ανδρέας Καλαμογδάρτης υπήρξε πρόκριτος της Αχαΐας ενώ η μητέρα της ανήκε στην αρχοντική οικογένεια των Παπαδιαμαντόπουλων. 

Στην Ιταλία

Κατά την έκρηξη της επανάστασης η Καλλιόπη ήταν μόλις 12 χρόνων. Όταν ο Πασάς της Πελοποννήσου κάλεσε τον πατέρα της στην Τρίπολη, αυτός πριν αναχωρήσει μαζί με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, φρόντισε να διασφαλίσει την οικογένειά του – και με την βοήθεια του εξ αγχιστείας συγγενή του πρόξενου της Αγγλίας Φίλιππου Γκριν – με πλοίο την έστειλε λαθραία αρχικά στη Ζάκυνθο που τότε ήταν αγγλοκρατούμενη και μετά από λίγο η Μητέρα της πήρε τις τρεις κόρες της, την Καλλιόπη, την Μαρία και την Θεώνη και πήγε στην Αγκόνα της Ιταλίας. Ο πατέρας της φυλακίστηκε από τον Πασά στην Τρίπολη μαζί με όλους τους προκρίτους της Πελοποννήσου. Μάλιστα ο Πασάς τον έστειλε να βεβαιώσει τους προύχοντες των Καλαβρύτων και της Βόστιτσας ( Αιγίου) οι οποίοι δεν είχαν συμμορφωθεί,  να πάνε κι αυτοί στην Τρίπολη υποσχόμενος να μη τους τιμωρήσει για την απείθεια τους.

Στην μνήμη της Καλλιόπης, παρά την μικρή της ηλικία, είχαν εντυπωθεί όλα τα γεγονότα της εποχής, όπως τα άκουγε από ταξιδιώτες, Έλληνες πλοιάρχους ή αγωνιστές που έφταναν στην Αγκόνα. Ο ανήσυχος χαρακτήρας της και η ιδιαίτερη ευφυΐα της, δεν την άφηναν να ησυχάσει. Η καρδιά της ταξίδευε στην πατρίδα κι ένοιωθε τους πόνους και τις αγωνίες των μαχόμενων πατριωτών της. Την Καλλιόπη, που ήταν πανέμορφη, οι Ιταλοί την αποκαλούσαν Nova Venus ( Νέα Αφροδίτη) ή Αμαζόνα, λόγω της αγάπης της για την ιππασία. Στην Αγκόνα είχε την ευκαιρία να μορφωθεί αρκετά και να μάθει την ιταλική, την αγγλική και την γαλλική γλώσσα, τις οποίες μιλούσε με μεγάλη ευχέρεια.

Ένα απόγευμα του 1825, που η Καλλιόπη είχε κατέβει στο λιμάνι για να μάθει νέα για τον αγώνα, κατέπλευσε ένα ελληνικό πλοίο με επιβάτες τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, τον Ανδρέα Μεταξά και τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, τους οποίους είχε στείλει η Ελληνική Κυβέρνηση προκειμένου να συναντηθούν με τον Πάπα της Ρώμης και την Ιερά Συμμαχία στη Βερόνα για να τους πείσουν να υποστηρίξουν τον Ελληνικό Αγώνα. Βλέποντας τον Πρωθιεράρχη και φίλο της οικογένειας η Καλλιόπη, τον οδήγησε στη μητέρα της, στην οποία ο Γερμανός παρέδωσε επιστολές που του είχαν εμπιστευθεί ο πατέρας της και ο αδελφός της.

Επιστροφή στην πατρίδα

Μετά από λίγες ημέρες η αντιπροσωπεία επέστρεψε από την Βερόνα άπρακτη. Με την επιμονή της και τις παρακλήσεις της η Καλλιόπη έπεισε την μητέρα της να επιστρέψουν στην πατρίδα. Όταν το ελληνικό πλοίο απέπλευσε με προορισμό το Ναύπλιο, μετέφερε και την οικογένεια του Ανδρέα Καλαμογδάρτη. Φτάνοντας στο Ναύπλιο τους περίμενε ο πατέρας της. Έτσι, η Καλλιόπη επέστρεψε στην πατρίδα, νεαρή, όμορφη και μορφωμένη.

Στο σπίτι τους κάθε βράδι γίνονταν συγκεντρώσεις των σπουδαιότερων πολιτών του Ναυπλίου και η Καλλιόπη εύρισκε την ευκαιρία να τους αφηγείται, με την ευφράδεια που την διέκρινε, ευχάριστες ιστορίες από την διαμονή της στην Ιταλία. Σε μια τέτοια βραδινή συνάντηση, την γνώρισε ο Σπυρίδων Παπαλεξόπουλος, ο οποίος εκτιμώντας την προσωπικότητά της και την μόρφωσή της, την ζήτησε σε γάμο. Στις αρχές του 1826 αρραβωνιάστηκαν.     

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844

Τον Απρίλιο του 1826, μετά την ατυχή αλλά ένδοξη έξοδο του Μεσολογγίου, σχεδόν όλοι οι αρχηγοί και στρατιώτες που σώθηκαν, βρήκαν καταφύγιο στο Ναύπλιο. Εκτός απ’ αυτούς, την ίδια περίοδο, είχαν καταφύγει στην πόλη κι άλλοι Έλληνες που ήθελαν να γλυτώσουν από τις ωμότητες των Τούρκων. Ρακένδυτοι και νηστικοί γύριζαν στην πόλη, ζητώντας βοήθεια. Η πόλη ασφυκτιούσε από τον υπερπληθυσμό και αδυνατούσε να ανταπεξέλθει στη φιλοξενία τόσων προσφύγων. Όμως, όπως είχε πει και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης το Ναύπλιο είχε απομείνει « το μόνον άσυλον, η ιερά άγκυρα της Ελλάδος».

Η Κυβέρνηση του Ανδρέα Ζαΐμη, με κενά τα ταμεία δεν είχε την δυνατότητα να καλύψει τις τεράστιες ανάγκες που είχαν προκύψει και ύστερα από ψήφισμα της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου, σύστησε ενδεκαμελή διοικητική επιτροπή για να διαχειριστεί την κρίσιμη αυτή κατάσταση.

Μετά από έρανο μεταξύ των Ναυπλιωτών, που πραγματοποιήθηκε μια Κυριακή του Μαΐου του 1826, η Κυβέρνηση κατάφερε να μαζέψει κάποια χρήματα και να καλύψει κάποιες επείγουσες ανάγκες. Εκτιμώντας την επιτυχία αυτής της πρώτης προσπάθειας και βλέποντας την προθυμία των πολιτών να βοηθήσουν, στις 7 Ιουνίου δημοσίευσε θερμή Διακήρυξη προς το λαό με την οποία γνωστοποιούσε την δεινή κατάσταση της Πατρίδας, καλώντας τους κατοίκους του Ναυπλίου να συνεισφέρουν και πάλι.

Η Διακήρυξη μεταξύ άλλων ανέφερε ότι: « καθ΄ην ώραν ο Έλλην στρατιώτης το όπλον μόνον κρατών ανά χείρας, των πάντων στερούμενος, καλείται να βαδίση κατά του εχθρού και να χύση το αίμα του υπέρ της σωτηρίας της πατρίδος, ο εύπορος και ειρηνικός αστός έχει καθήκον να συντρέχη δια των χρημάτων παρέχων αυτώ τα προς πόλεμον αναγκαιούντα εφόδια…Η συνδρομή των κατοίκων του Ναυπλίου, είναι η μόνη απομένουσα πηγή, ήτις όσον πενιχρά και αν φαίνεται, προώρισται να ανακουφίση μεγάλως τους υπέρ πατρίδος αγωνιζομένους, πληρούσα κατά το δυνατόν τας μάλλον επειγούσας ανάγκας αυτών, ιδία δ΄εκείνων οίτινες εκλέϊσαν το όνομα των κατά την ένδοξον πολιορκίαν του Μεσολογγίου».

Δημοτική Επιτροπή της Αυτοπροαίρετου εισφοράς

Ο λαός του Ναυπλίου, αμέσως σύστησε οκταμελή Δημοτική Επιτροπή της Αυτοπροαίρετου εισφοράς με πρόεδρο τον Γεώργιο Γεννάδιο, η οποία κάλεσε τους πολίτες σε συνέλευση στην πλατεία πλατάνου ( Συντάγματος).

Την επόμενη, ημέρα Κυριακή και μετά την θεία λειτουργία, όλος ο κόσμος συναθροίστηκε στην πλατεία. Ο Γεώργιος Γεννάδιος ανεβαίνοντας σε ένα τραπέζι του καφενείου που βρισκόταν κάτω από το σπίτι του Νικηταρά και στο οποίο συνεδρίαζε η επιτροπή, απευθύνθηκε στο λαό με λόγια θερμά και πατριωτικά. Ο κόσμος παραληρούσε από ενθουσιασμό.

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι. Αγνώστου, μολύβι σε χαρτί, πρώτο μισό 19ου αιώνα.

 

Ο Γεννάδιος αφού τέλειωσε την ομιλία του έβγαλε από το δερμάτινο βαλάντιο του οκτώ χρυσές λίρες, την μόνη του περιουσία, και τις κατέθεσε υπέρ των αναγκών της Πατρίδας. Η έξαρση και ο ενθουσιασμός του κόσμου μεταβλήθηκε σε φρενίτιδα. Από τον Πρόεδρο της Κυβέρνησης Ανδρέα Ζαΐμη, τον Δημήτριο Υψηλάντη μέχρι και τον τελευταίο πολίτη, κατέθεσαν ότι μπορούσαν ακόμη κι από το υστέρημά τους. Οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες, έβγαλαν τα χρυσοποίκιλτα ξίφη και τα ασημοστολισμένα πιστόλια τους και τα άφησαν στα πόδια του Γεννάδιου.

Η Καλλιόπη έβλεπε από το μπαλκόνι της την σκηνή που πια είχε μεταβληθεί σε γιορτή. Κατέβηκε από την οικία της, διέσχισε το πλήθος και φτάνοντας στο σημείο που βρισκόταν ο Γεννάδιος και η επιτροπή, κατέθεσε στο βωμό της πατρίδας όλα τα κοσμήματά της, τα δώρα του μνηστήρα της ακόμη και το χρυσό δαχτυλίδι των αρραβώνων της. Μάταια ο Γεννάδιος προσπάθησε  να της  επιστρέψει τουλάχιστον το δαχτυλίδι των αρραβώνων.     

1828

Λίγες ημέρες μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο, η Καλλιόπη παντρεύτηκε με τον Σπυρίδωνα Παπαλεξόπουλο. Πριν συμπληρωθεί χρόνος ο πατέρας της και ο σύζυγός της μαζί με άλλους προκρίτους του τόπου έπεσαν στη δυσμένεια του Κυβερνήτη. Ο Καποδίστριας, επιθυμώντας να εμπεδώσει τις νέες βάσεις της λειτουργίας του κράτους, που είχε οραματισθεί, έβαλε στο περιθώριο τους αγωνιστές και τους παλιούς πολιτικούς, θεωρώντας ότι αυτοί δεν μπορούν να ενστερνισθούν τα νέα δεδομένα.

Στα μέσα του 1831, ο πατέρας και ο μοναδικός αδελφός της Καλλιόπης, Αντώνης, είχαν φυλακισθεί μαζί με άλλους, στο Παλαμήδι. Ο σύζυγός της και ο αδελφός του Νικόλαος, προκειμένου να αποφύγουν παρόμοια τύχη είχαν αποδράσει  λαθραία στην Ύδρα, όπου ήδη είχε κηρυχτεί επανάσταση κατά του καθεστώτος. Η Καλλιόπη παρέμεινε στην οικία της μόνη με τα δυο παιδιά που είχε αποκτήσει, τον Ναπολέοντα και τον Επαμεινώνδα.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. Μετά τον θάνατο του Καποδίστρια και την παραίτηση του αδελφού του Αυγουστίνου, η Επταμελής Διοικητική Επιτροπή που εκλέχτηκε από την Γερουσία, διόρισε τον Σπυρίδωνα Παπαλεξόπουλο Διοικητή Ναυπλίου και Άργους. Από την θέση αυτή ο Παπαλεξόπουλος απέδειξε τις διοικητικές και πολιτικές του ικανότητες. Κατάφερε με την μειλίχια και συνετή συμπεριφορά του και τους πολίτες να συγκρατεί και τις υπερβάσεις των ξένων στρατιωτών, στους οποίους είχε ανατεθεί η φρούρηση του Ναυπλίου, να ελέγχει.

Το αρχοντικό της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου έγινε για μια ακόμη φορά τόπος συνάντησης των ξένων αξιωματικών της φρουράς και των πολεμικών πλοίων, που ναυλοχούσαν στο λιμάνι της πόλης. Εκεί βέβαια σύχναζαν και οι προύχοντες και οι μορφωμένοι Έλληνες του τόπου. Τότε έφτασε στο Ναύπλιο ο νεαρός βασιλιάς Όθωνας με την Βαυαρική συνοδεία του.

Η νέα κατάσταση δεν άρεσε στην Καλλιόπη. Οι συνήθειες, η ανατροφή και οι απόψεις της δεν συμφωνούσαν με τον ψυχρό και στημένο χαρακτήρα των Βαυαρών. Οι επισκέψεις τους στο σπίτι της δεν την ευχαριστούσαν. Άλλωστε δεν γνώριζε καν την γερμανική γλώσσα. Έτσι, συνέχισε να δέχεται στο σαλόνι της τους νεαρούς απόφοιτους της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, τους Έλληνες αξιωματικούς και πολιτικούς και τους Γάλλους, Άγγλους και Ιταλούς που παρεπιδημούσαν στο Ναύπλιο.

Όταν το 1834, η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα η Καλλιόπη παρέμεινε στο Ναύπλιο και συνέχισε να φιλοξενεί φίλους και επισκέπτες. Το σπίτι της εξακολούθησε να είναι το κύριο σημείο των συναθροίσεων ενώ οι φιλελεύθερες ιδέες αποτελούσαν τον κεντρικό άξονα των συζητήσεων. Άλλωστε η Καλλιόπη κατά την παραμονή της στην Ιταλία είχε επηρεαστεί αρκετά από τους Καρμπονάρους οι οποίοι είχαν υιοθετήσει τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης.

Είχε συνδεθεί τόσο πολύ με το Ναύπλιο, ώστε, όπως έλεγε, αποτελούσε «όστρακον προσκεκολλημένον εις τους βράχους του Ιτς – καλέ». Κι όταν επίσημοι Έλληνες ή ξένοι περιηγητές την επισκέπτονταν, η Καλλιόπη έλεγε χαμογελώντας: « Μετά το Παλαμήδι έρχομαι εγώ. Είμαι και εγώ εν από τα αρχαιότερα μνημεία του Ναυπλίου και επομένως η επίσκεψίς σας αποβαίνει υποχρεωτική ».

Σε μια επίσκεψή του στην οικία της, ο  Γάλλος  ακαδημαϊκός  και  ιστοριογράφος Ερρίκος Μαρτέν της είπε: «Κυρία, έρχομαι να καταθέσω τα σέβη μου ενώπιον μια μεγάλης Κυρίας (grande dame) του αιώνος μας» αυτή πάντα ετοιμόλογη του απάντησε: « Πολύ, πάρα πολύ μεγάλης μάλιστα, κύριε Μαρτέν. Έχει εβδομήκοντα ήδη έτη περασμένα».

Με τις πρώτες Δημαιρεσίες ο Σπυρίδων Παπαλεξόπουλος εκλέχτηκε πρώτος Δήμαρχος του Ναυπλίου. Οι πολίτες του Ναυπλίου τον τίμησαν πολλές φορές εκλέγοντας τον Δήμαρχο.  Ο ίδιος έλεγε σε φίλους και συνδαιτυμόνες του ότι την μεγάλη δημοτικότητα και επιτυχία του όφειλε κυρίως στη σύζυγό του. Ο φιλελεύθερος πυρετός, που κατέλαβε τους Έλληνες λίγα χρόνια μετά την άφιξη του Όθωνα, δεν ήταν δυνατόν να αφήσει αδιάφορη την Καλλιόπη. Το σπίτι της έγινε κέντρο διακίνησης των ιδεών των φιλελευθέρων.

Μετά την 3η Σεπτεμβρίου 1843 η πόλη του Ναυπλίου έστειλε στην Αθήνα ως πληρεξούσιο στην Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων,  τον Παπαλεξόπουλο. Η Καλλιόπη ακολούθησε τον άνδρα της και δεν άργησε να καταστήσει το σπίτι της επίκεντρο της αγγλόφιλης παράταξης, της οποία αρχηγός ήταν ο παλιός φίλος και συναγωνιστής Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.

Με το τέλος των εργασιών της Συνέλευσης η Καλλιόπη επέστρεψε στο Ναύπλιο κι όταν ο σύζυγός της διορίστηκε Γερουσιαστής, αυτή τον επισκεπτόταν για λίγες ημέρες και επέστρεφε στο αγαπημένο της Ναύπλιο.

Τραγικές μέρες      

Την ευτυχισμένη ζωή της ζήλεψε η μοίρα. Στις αρχές του 1850 πεθαίνει ο πατέρας της Ανδρέας Καλαμογδάρτης. Πριν προλάβει να συνέλθει από το πένθος της, ο θάνατος  της παίρνει τον 16χρονο γιο της, τον εύελπιδα Αλέξιο, στα τέλη του ίδιου έτους. Μετά από λίγο καιρό ( 22- 7- 1851) φεύγει για πάντα ο αγαπημένος σύζυγό της Σπυρίδων Παπαλεξόπουλος. Το 1855 έρχεται νέο τρομακτικό χτύπημα. Τον πατέρα και αδελφό ακολουθεί ο μεγαλύτερος γιος της Ναπολέων, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από την Γερμανία όπου είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του. Η Καλλιόπη έμεινε πια μόνη με το παιδί που της είχε απομείνει, τον Επαμεινώνδα*. Το χειμώνα του 1856, ο αγαπημένος της αδελφός Αντώνιος, αυτοκτονεί στην Πάτρα « μη δυνάμενος να υποφέρει τους πόνους των άκρων ».

Το ωραίο σαλόνι της ερήμωσε. Η Καλλιόπη μαυροφορεμένη θρηνεί. Οι βαθιές πληγές της ψυχή της δεν θα κλείσουν ποτέ. Ακόμα και μετά από πενήντα χρόνια, στις τελευταίες της ημέρες, απέφευγε συστηματικά να τους αναφέρει. Αποσύρθηκε από τον κόσμο και δεν ξαναβγήκε από την οικία της.     

Παροιμιώδης υπήρξε και η φιλανθρωπία της. Τα έσοδα που της είχαν απομείνει από την ελάχιστη πλέον περιουσία της και αργότερα από την σύνταξη των 500 δραχμών που της είχε χορηγήσει το κράτος, λόγω του συζύγου της, ήταν ελάχιστα.  Τέτοια όμως  ήταν η αγάπη της προς τον συνάνθρωπο ώστε και όταν ακόμη είχαν απομείνει στο συρτάρι της μόλις 10 δραχμές έλεγε στον άπορο επισκέπτη της: «αλλά ας τας μοιρασθώμεν, εγώ κρατώ τας πέντε, πάρε και σύ τας άλλας πέντε».

Στις φιλικές συστάσεις των φίλων της να περιορίσει την βοήθειά της στους φτωχούς, αυτή χαμογελώντας τους απαντούσε: « Τα πετεινά του ουρανού ζουν χωρίς ούτε να σπείρουν ούτε να θερίσουν και εγώ δεν θα ζήσω έως το τέλος του μηνός !».

Υπήρχαν φτωχοί που η Καλλιόπη τους είχε παραχωρήσει από ένα ενοίκιο στον καθένα από τα μαγαζιά του ισογείου του σπιτιού της. Οι Ναυπλιώτες που γνώριζαν την απέραντη φιλανθρωπία της και ανιδιοτέλειά της, τους καθημερινούς επισκέπτες της ανάγκης οι οποίοι την περίμεναν στην είσοδο του αρχοντικού της τους αποκαλούσαν: «Συνταξιούχους της Κυρά- Καλλιόπης».

Ο εθελούσιος εγκλεισμός της τέλειωσε όταν πληροφορήθηκε τις κινήσεις της αντιπολίτευσης κατά του συστήματος. Η Καλλιόπη αμέσως ενστερνίστηκε τις θέσεις και τις απόψεις της. Το σαλόνι της μεταβλήθηκε σε κέντρο των επαναστατών και των υπό επιτήρηση εξόριστων στο Ναύπλιο ύποπτων αξιωματικών. Υπήρξε πραγματικά μια αντιοθωνική κυψέλη.

Ήταν όλοι παρόντες. Ο Γρίβας, ο Κορωναίος, ο Μπότσαρης, ο Πετιμεζάς, ο Μάνος, ο Πραΐδης και ο Διοβουνιώτης κατάρτησαν το σχέδιο της Ναυπλιακής Επανάστασης.

Η Ναυπλιακή Επανάσταση

Αμαδαίος - Εμμανουήλ Xαν (1801- 1867)

Μετά την έκρηξη της Ναυπλιακής Επανάστασης τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου, θορυβημένος ο Όθωνας και οι περί αυτόν, συγκρότησαν μεγάλη στρατιωτική δύναμη στην Κόρινθο. Αρχηγός της βασιλικής εκστρατείας διορίστηκε ο Ελβετός Χαν. Όταν έφτασε στην Αργολίδα, έστησε το αρχηγείο του κοντά στην Γεωργική Σχολή στην Τίρυνθα και άρχισε την πολιορκία του Ναυπλίου και των γύρω περιοχών που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των επαναστατών.

Ακολούθησαν αιματηρές μάχες με αμφίπλευρες απώλειες. Ο ανώνυμος Ναυπλιεύς στο βιβλίο του «Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επανάστασης» γράφει ότι ο Χαν «εθλίβετο δια την κατάστασιν του έθνους». Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να εντείνει τις πολεμικές επιχειρήσεις και παράλληλα να προσπαθεί να συκοφαντήσει και να διασπάσει την επανάσταση. Την χαρακτήρισε ως «στρατιωτική ανταρσίαν, προδοτική και αναρχική».

Ενώ η πολιορκία βρισκόταν σε εξέλιξη, στις 7 Μαρτίου οι επαναστάτες ειδοποιήθηκαν ότι ο βασιλιάς Όθων όρισε «πληρεξουσίους του τον αντιστράτηγον Ι. Κολοκοτρώνη, τον υποστράτηγο Χαν και τον νομάρχην Αργολίδος Γεωργαντάν, ίνα διαπραγματευθώσι περί υποταγής της πόλεως και της παραδόσεως των φρουρίων».

Ύστερα από συνεννοήσεις των επικεφαλής των δύο αντιμαχόμενων δυνάμεων, οι επαναστάτες πρότειναν προκειμένου να παραδώσουν την πόλη, να δοθεί γενική αμνηστία σε όλους όσοι είχαν εμπλακεί με κάθε τρόπο στην επανάσταση, στρατιωτικοί και πολιτικοί.

Στις 16 Μαρτίου ο Χαν, αν και είχε στα χέρια του σχετικό βασιλικό διάταγμα από τις 8 Μαρτίου, επειδή δεν έδινε αμνηστία σε όλους, αλλά εξαιρούσε κάποιους επαναστάτες και φοβούμενος όξυνση της κατάστασης, σε συνάντησή του με αντιπροσωπεία των Ναυπλιωτών απέκρυψε την ύπαρξή του και είπε ψευδώς στην επιτροπή, ότι το Υπουργείο δεν συμφωνεί στην απονομή χάριτος. Τότε πάρθηκε απόφαση συνέχισης του αγώνα, η οποία έγινε δεκτή από το λαό με ενθουσιασμό. Πλήθος κόσμου, τραγουδώντας παιάνες, διατράνωσε την απόφασή του να συνεχίσει τον αγώνα « μέχρις εσχάτων».

Στις 18 Μαρτίου οι Ναυπλιώτες άρχισαν ισχυρό κανονιοβολισμό κατά των θέσεων του βασιλικού στρατού αλλά αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Την επόμενη ημέρα, όταν άρχισαν πάλι να ρίχνουν τα κανόνια της πόλης, ο Χαν έδωσε διαταγή να ανταποδώσουν τα πυρά και ειδοποίησε τους επαναστάτες ότι αν συνεχίσουν θα ισοπεδώσει την πόλη.

Επεισόδιο από τη Ναυπλιακή Επανάσταση – Κατάληψη των εξωτερικών οχυρώσεων από τον Οθωνικό στρατό (1862).

 

Η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, περήφανη και συνεπαρμένη από πατριωτικό ενθουσιασμό, όρθια στο μπαλκόνι του σπιτιού της, αψηφώντας τις σφαίρες των τηλεβόλων που περνούσαν δίπλα της, εγκαρδίωνε το στρατό και το λαό.

Ο στρατηγός Χαν, παλιός φίλος της οικογένειας, φοβούμενος μήπως η σπουδαία αυτή γυναίκα πάθει κακό από τις οβίδες ή την κατάληψη της πόλης, της έστειλε μήνυμα να απομακρυνθεί από την πόλη ή τουλάχιστον να κλειστεί στο σπίτι της.

Η απάντησή της έφτασε αμέσως, γραμμένη σε επισκεπτήριό της.

« ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Λαμβάνει την τιμήν να ειδοποιήση τον στρατηγό Χαν ότι δεν φοβείται τίποτε άλλο παρά τους ποντικούς».     

Τα γεγονότα πύκνωναν και η κατάσταση είχε γίνει πολύ δύσκολη για τους Ναυπλιώτες. Ο Χαν, που είχε κρατήσει μυστικό το βασιλικό διάταγμα της 8ης Μαρτίου, αναγκάστηκε πλέον  να το κοινοποιήσει. Το Ναύπλιο βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση.

Μετά από συνεχείς συσκέψεις αποφασίστηκε η παράδοση της πόλης. Αφού υπογράφτηκε η συνθήκη, ο Χαν επέτρεψε την αποχώρηση όλων των οικογενειών, φροντίζοντας για την ασφάλειά τους από επιθέσεις του στρατού και κυρίως των ατάκτων.

Στις 7 Απριλίου ήρθαν κι έδεσαν στο λιμάνι δυο ξένα καράβια. Στις 8 Απριλίου, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, οι αγωνιστές που είχαν εξαιρεθεί από την αμνηστία, μετά την λειτουργία κατέβηκαν στο λιμάνι και αφού φίλησαν το χέρι της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, επιβιβάστηκαν στα πλοία ακολουθώντας τον δρόμο της αυτοεξορίας.

Την ίδια ημέρα, μετά την αποχώρηση των πλοίων, ο βασιλικός στρατός κατέλαβε το Ναύπλιο με επικεφαλής τον στρατηγό Χαν. Η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου έμεινε κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν ήθελε να δει την θριαμβευτική είσοδο των βασιλικών στρατευμάτων στην αγαπημένη της πόλη.

Ο αστυνόμος Παρασκευάς Γιαννακόπουλος, μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του θέλησε να κάνει έρευνα στο σπίτι της. Η Καλλιόπη στάθηκε στο κεφαλόσκαλο και του απαγόρευσε την έρευνα. Όμως αυτός παραβίασε την πόρτα και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά. Το ράπισμα που δέχτηκε ο αστυνόμος ήταν ηχηρό. Ο υπουργός των Στρατιωτικών που είχε έρθει εν τω μεταξύ στο Ναύπλιο, πληροφορήθηκε το γεγονός. Μέσω του υπασπιστή του ζήτησε συγγνώμη από την Παπαλεξοπούλου και επέπληξε δριμύτατα  τον αστυνόμο.

Από την κατάληψη του Ναυπλίου μέχρι την έξωση του Όθωνα δεν βγήκε από το σπίτι της και μόνο με κάποιους στενούς συγγενείς επικοινωνούσε γιατί δεν ήθελε να εκθέσει τους φίλους της στις φιλύποπτες βασιλικές αρχές, μια και οι μέρες ήταν δύσκολες και πονηρές.

Πάνος Κορωναίος

Λίγες μέρες μετά την έξωση του Όθωνα το πολεμικό πλοίο «Ελλάς» επί του οποίου επέβαινε ο συνταγματάρχης Πυροβολικού Π. Κορωναίος  έφτασε στο Ναύπλιο με εντολή της προσωρινής Κυβέρνησης να μεταφέρει την Καλλιόπη στην Αθήνα. Αρχικά αρνήθηκε αλλά μετά από  πιέσεις αλλά και σκεπτόμενη ότι θα είχε την χαρά να υποδεχτεί τους επαναστάτες του Ναυπλίου που πλέον γύριζαν από την εξορία, αποδέχτηκε την πρόσκληση. Ο λαός του Πειραιά και της Αθήνας βγήκε στους δρόμους και την υποδέχτηκε με ενθουσιασμό. Από τα μπαλκόνια των σπιτιών και τους εξώστες την έραιναν με λουλούδια ενώ κόσμος πολύς την επευφημούσε και την ακολουθούσε στην πορεία της. Σε επίσημο γεύμα που δόθηκε στον Βοτανικό κήπο ήταν παρόντες όλοι όσοι είχαν λάβει μέρος στον αγώνα για την μεταπολίτευση και για την οποία η Καλλιόπη υπήρξε πρωτεργάτης και ψυχή της.  

Η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, επί Όθωνα, μολονότι πιεζόταν οικονομικά είχε αρνηθεί να ζητήσει την σύνταξη λόγω του συζύγου της. Μάλιστα όταν της χορηγήθηκε σύνταξη 1000 δραχμών αυτή δεν την δέχτηκε λέγοντας ότι το πολύ να δεχτεί την σύνταξη που έπαιρναν και οι άλλες σύζυγοι των μεγάλων αγωνιστών του Αγώνα.

Βασίλειον της Ελλάδος

Η Προσωρινή  Κυβέρνησις

Κατά γνωμοδότησιν του Συμβουλίου των Υπουργών της Επικρατείας και κατά πρότασιν του επί των Εσωτερικών Υπουργού

Ψηφίζομεν

Χορηγείται εις την Κυρίαν Καλλιόπην Σπ. Παπαλεξοπούλου μηνιαία σύνταξις εκ δραχμών πεντακοσίων

(500), εν η συμπεριλαμβάνεται και η δυνάμει του Νόμου περί συντάξεως των χηρών και ορφανών του

Γερουσιαστού χορηγουμένη.

Οι εκ των Εσωτερικών και των Οικονομικών Υπουργοί θέλουσι δημοσιεύσει και εκτελέσει το παρόν

ψήφισμα.

Αθήνησι τη 29η Νοεμβρίου 1862                

Η Προσωρινή Κυβέρνησις

Δ. Γ. Βούλγαρης Πρόεδρος, Κ. Κανάρης, Μ. Ρούφος.

Οι Υπουργοί της Επικρατείας

Θ. Α. Ζαΐμης, Α. Διαμαντόπουλος,  Α. Καλλιφρονάς,

Ε. Δεληγιώργης.   Δ. Μαυρομιχάλης,  

Α.   Κουμουνδούρος, Τ. Μαγγίνας και

Β.  Νικολόπουλος.

                                  Ο Γενικός Γραμματεύς

                            Ν. Α.  Χατζόπουλος

         Εθεωρήθη και ετέθη

η μεγάλη της Επικρατείας Σφραγίς.

 Ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός

      Α. Κουμουνδούρος

 

Έμεινε για λίγες ακόμη μέρες στην Αθήνα και επέστρεψε στο Ναύπλιο. Κλείστηκε στο σπίτι της και δεν ξαναβγήκε μέχρι του θανάτου της. Μέχρι τα βαθειά της γεράματα διατήρησε ακέραιο το πνεύμα και την καλοπροαίρετη σκωπτική της διάθεση, φροντίζοντας τα λουλούδια της, τις γάτες της και τα ωδικά πτηνά της, πάντοτε βιβλιόφιλη και ευγενική.

Πέθανε ειρηνικά στις 8 Σεπτεμβρίου του 1898. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη μετά από απόφαση του υπουργού Εσωτερικών Γεωργίου Κόρπα, που εκείνες τις ημέρες βρισκόταν στο Ναύπλιο. Έτσι έζησε και αυτά κατόρθωσε η δημοκρατική αριστοκράτισσα, η Κυρά του Ναυπλίου. Ο τάφος της βρίσκεται στο νεκροταφείο της πρόνοιας.

Προτομή της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του ιστορικού συλλόγου «Παλαμήδης». Επίσης ο Δήμος Ναυπλιέων έχει στήσει αναμνηστική στήλη, στο σημείο που ήταν το σπίτι της και έχει χαραγμένη την θρυλική φράση της «Ναυπλιείς θαρρείτε». Η προτομή είναι έργο της γλύπτριας Ειρήνης Πραμαντιώτη- Χαριάτη ενώ η αναθηματική στήλη είναι της γλύπτριας Αλίκης Χατζή.   

 

Υποσημείωση

* Ο μονάκριβος πλέον γιος της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου – μετά τον θάνατο των αδελφών του- Επαμεινώνδας, διορίστηκε Τελώνης στις Σπέτσες. Παντρεύτηκε με την Σπετσιώτισσα Διαμαντούλα Σάντου και απέκτησαν 9 παιδιά. 1.Τον Σπύρο, τελώνη 2. την Καλλιόπη, σύζυγο του Σπετσιώτη Παναγιώτη Χατζηαναργύρου, Αξιωματικού Λιμενικού Σώματος 3. την Μαρία 4. τον Σάντο, αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού 5. την Σοφία 6. τον Ανδρέα 7. τον Νίκο, πλοίαρχο 8. τον Αντώνη, διευθυντή Τελωνείων και 9. τον Ηλία. Ο Επαμεινώνδας Παπαλεξόπουλος πέθανε στις Σπέτσες το 1908 και η σύζυγός του Διαμαντούλα το 1939.

 

Πηγές


Μ. Γ. Λαμπρυνίδης « Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου »,  Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ. Σκόκου,  Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 

Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

«Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1898) – Η ελληνίδα μαντάμ Ρολάν», έκδοση της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας ¨Απόπειρα¨, Ναύπλιο, 1997.

 

From → Πρόσωπα

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s